Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to addle
01
μπερδεύω, σαστίζω
to make someone unable to think clearly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
addle
γ΄ ενικό πρόσωπο
addles
ενεστώτα μετοχή
addling
απλός αόριστος
addled
παθητική μετοχή
addled
Παραδείγματα
The complex instructions completely addled my brain.
Οι περίπλοκες οδηγίες μπέρδεψαν εντελώς τον εγκέφαλό μου.
02
χαλάω, σαπίζω
(especially of eggs or organic matter) to go bad
Παραδείγματα
The eggs had addled after weeks in the sun.
Τα αυγά είχαν χαλάσει μετά από εβδομάδες στον ήλιο.
Λεξικό Δέντρο
addled
addle



























