Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to addle
01
μπερδεύω, σαστίζω
to make someone unable to think clearly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
addle
γ΄ ενικό πρόσωπο
addles
ενεστώτα μετοχή
addling
απλός αόριστος
addled
παθητική μετοχή
addled
Παραδείγματα
She was so addled by the unexpected question that she could n't respond.
Ήταν τόσο σαστισμένη από την απρόσμενη ερώτηση που δεν μπορούσε να απαντήσει.
02
χαλάω, σαπίζω
(especially of eggs or organic matter) to go bad
Παραδείγματα
The heat caused the milk to addle overnight.
Η ζέστη προκάλεσε το γάλα να χαλάσει μέσα στη νύχτα.
Λεξικό Δέντρο
addled
addle



























