to addle
a
ˈæ
ā
ddle
dəl
dēl
hadal

Ορισμός και σημασία του "addle"στα αγγλικά

to addle
01

μπερδεύω, σαστίζω

to make someone unable to think clearly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
addle
γ΄ ενικό πρόσωπο
addles
ενεστώτα μετοχή
addling
απλός αόριστος
addled
παθητική μετοχή
addled
Παραδείγματα
The complex instructions completely addled my brain. 

Οι περίπλοκες οδηγίες μπέρδεψαν εντελώς τον εγκέφαλό μου.

02

χαλάω, σαπίζω

(especially of eggs or organic matter) to go bad 
Παραδείγματα
The eggs had addled after weeks in the sun. 

Τα αυγά είχαν χαλάσει μετά από εβδομάδες στον ήλιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store