bump off
bump
bʌmp
μπαμπ
off
ɔf
οφ
/bˈʌmp ˈɒf/

Ορισμός και σημασία του "bump off"στα αγγλικά

to bump off
[phrase form: bump]
01

ξεφορτώνομαι, σκοτώνω

to kill someone, typically in a deliberate, sudden, or violent manner
to bump off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
bump
ενεστώτας
bump off
γ΄ ενικό πρόσωπο
bumps off
ενεστώτα μετοχή
bumping off
απλός αόριστος
bumped off
παθητική μετοχή
bumped off
Παραδείγματα
The detective suspected someone had bumped off the witness before the trial.
Ο ντετέκτιβ υποψιαζόταν ότι κάποιος είχε σκοτώσει τον μάρτυρα πριν από τη δίκη.
02

αποσυνδέομαι, πετιέμαι έξω

to lose connection to the Internet suddenly
Παραδείγματα
Network congestion may result in people being bumped off intermittently.
Η συμφόρηση του δικτύου μπορεί να οδηγήσει στο αποσυνδέονται των ανθρώπων διαλείπτως.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store