Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bump off
01
ξεφορτώνομαι, σκοτώνω
to kill someone, typically in a deliberate, sudden, or violent manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
bump
ενεστώτας
bump off
γ΄ ενικό πρόσωπο
bumps off
ενεστώτα μετοχή
bumping off
απλός αόριστος
bumped off
παθητική μετοχή
bumped off
Παραδείγματα
The mob boss ordered his men to bump off the traitor.
Ο αρχηγός της μαφίας διέταξε τους άνδρες του να ξεφορτωθούν τον προδότη.
02
αποσυνδέομαι, πετιέμαι έξω
to lose connection to the Internet suddenly
Παραδείγματα
During peak hours, multiple users may be bumped off due to heavy traffic on the network.
Κατά τις ώρες αιχμής, πολλοί χρήστες μπορεί να αποσυνδεθούν λόγω του υψηλού κύκλου εργασιών του δικτύου.



























