bulging
Pronunciation
/ˈbəɫdʒɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "bulging"στα αγγλικά

01

φουσκωμένος, κυρτός

curving or bulging outward
bulging definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bulging
συγκριτικός βαθμός
more bulging
διαβαθμίσιμο
02

φουσκωμένος, προεξέχων

curving outward

Λεξικό Δέντρο

bulging
bulge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store