Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bulging
01
φουσκωμένος, κυρτός
curving or bulging outward
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bulging
συγκριτικός βαθμός
more bulging
διαβαθμίσιμο
02
φουσκωμένος, προεξέχων
curving outward



























