buddhist
buddh
ˈbʊd
bood
ist
ɪst
ist
nudist

Ορισμός και σημασία του "Buddhist"στα αγγλικά

01

βουδιστής, ακολουθός του βουδισμού

someone who follows Buddhism 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Buddhists
Παραδείγματα
She became a Buddhist after studying the teachings of Siddhartha Gautama. 

Έγινε Βουδίστρια αφού μελέτησε τις διδασκαλίες του Σιντάρτα Γκαουτάμα.

01

βουδιστικός, σχετικός με τον βουδισμό

related to the religion, culture, or people of Buddhism 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Meditation is a common practice among Buddhist monks. 

Ο διαλογισμός είναι μια κοινή πρακτική μεταξύ των βουδιστών μοναχών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store