bud
bud
bʌd
bad
dudstudspudrudd

Ορισμός και σημασία του "bud"στα αγγλικά

01

μπουμπούκι, βλαστός

a part of a plant from which new flowers, leaves, or stems develop 
bud definition and meaning
Παραδείγματα
The tree branches were covered in tiny buds, promising new leaves and flowers in the coming spring. 

Τα κλαδιά του δέντρου ήταν καλυμμένα με μικρούς μπούμπονες, υποσχόμενα νέα φύλλα και λουλούδια την ερχόμενη άνοιξη.

02

μπουμπούκι, οφθαλμός

a flower that has begun to open but is not yet fully unfolded 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buds
Παραδείγματα
The rose bud showed a hint of pink. 

Το μπουμπούκι του τριαντάφυλλου έδειχνε μια απόχρωση ροζ.

03

χόρτο, καννάβη

marijuana, especially the flower of the cannabis plant 
αργκό
Παραδείγματα
He rolled up some bud before the concert. 

Τύλιξε ένα μπουμπούκι (μαριχουάνα) πριν από τη συναυλία.

to bud
01

βλαστάνω, ανθίζω

(of a plant) to develop small, immature growths that will eventually become leaves, flowers, or shoots 
Intransitive
to bud definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bud
γ΄ ενικό πρόσωπο
buds
ενεστώτα μετοχή
budding
απλός αόριστος
budded
παθητική μετοχή
budded
Παραδείγματα
In spring, trees bud with fresh leaves, signaling the arrival of warmer weather. 

Την άνοιξη, τα δέντρα βλαστάνουν με φρέσκα φύλλα, σηματοδοτώντας την άφιξη του θερμότερου καιρού.

02

βλαστάνω, φυτρώνω

to start developing or emerging, like a bud forming on a plant 
Intransitive
Παραδείγματα
The idea for the project began to bud during their brainstorming session. 

Η ιδέα για το έργο άρχισε να βλασταίνει κατά τη διάρκεια της συνεδρίας τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store