Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to buckle down
01
αφοσιώνομαι, δουλεύω σκληρά
to work hard in order to achieve a goal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
buckle
ενεστώτας
buckle down
γ΄ ενικό πρόσωπο
buckles down
ενεστώτα μετοχή
buckling down
απλός αόριστος
buckled down
παθητική μετοχή
buckled down
Παραδείγματα
The students were encouraged to buckle down and prepare for the exam.
Οι μαθητές ενθαρρύνθηκαν να δουλέψουν σκληρά και να προετοιμαστούν για τις εξετάσεις.
02
σφίγγω, ασφαλίζω
to securely fasten something in place
Παραδείγματα
The instructor reminded the students to buckle down their backpacks during the field trip.
Ο εκπαιδευτής υπενθύμισε στους μαθητές να σφίξουν τις σακούλες τους κατά τη διάρκεια της εκδρομής.



























