Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to brush off
01
αγνοώ, πετάω στα σκουπίδια
to casually ignore something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
brush
ενεστώτας
brush off
γ΄ ενικό πρόσωπο
brushes off
ενεστώτα μετοχή
brushing off
απλός αόριστος
brushed off
παθητική μετοχή
brushed off
Παραδείγματα
The professor brushed off the student's question during the lecture.
Ο καθηγητής αγνόησε την ερώτηση του φοιτητή κατά τη διάρκεια της διάλεξης.
02
απομακρύνω με βούρτσα, ξεσκονίζω
to use a brush or one's hand to clear something
Παραδείγματα
She couldn't brush off the thick layer of snow on her car.
Δεν μπορούσε να απομακρύνει το παχύ στρώμα χιονιού από το αυτοκίνητό της.



























