Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to brush off
[phrase form: brush]
01
αγνοώ, πετάω στα σκουπίδια
to casually ignore something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
brush
ενεστώτας
brush off
γ΄ ενικό πρόσωπο
brushes off
ενεστώτα μετοχή
brushing off
απλός αόριστος
brushed off
παθητική μετοχή
brushed off
Παραδείγματα
The team decided to brush the minor setbacks off and continue with their project.
Η ομάδα αποφάσισε να αγνοήσει τις μικρές αναποδιές και να συνεχίσει με το έργο τους.
02
απομακρύνω με βούρτσα, ξεσκονίζω
to use a brush or one's hand to clear something
Παραδείγματα
The chef brushed the excess flour off from the cutting board.
Ο σεφ καθάρισε το πλεόνασμα αλεύρι από την επιφάνεια κοπής.



























