broiling
broi
ˈbrɔɪ
broy
ling
lɪng
ling
boilingbroodingbrowsing

Ορισμός και σημασία του "broiling"στα αγγλικά

01

ψήσιμο, μέθοδος ψησίματος

a cooking method that involves exposing food to heat, often over a fire or under a grill 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
broilings
Παραδείγματα
The chef used the broiling method to quickly cook the steak, resulting in a deliciously seared exterior. 

Ο σεφ χρησιμοποίησε τη μέθοδο ψησίματος για να μαγειρέψει γρήγορα τη μπριζόλα, με αποτέλεσμα ένα εξωτερικό με υπέροχη κρούστα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

broiling
broil
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store