brimfull
brim
ˈbrɪm
brim
full
ˌfʊl
fool
brimful

Ορισμός και σημασία του "brimfull"στα αγγλικά

01

γεμάτος ως το χείλος, γεμάτος μέχρι την αντοχή

filled to capacity 
brimfull definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most brimfull
συγκριτικός βαθμός
more brimfull
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

brimfull

brim

+

full

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store