Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to brighten
01
φωτίζω, ζωηρεύω
to add more attractive and lively colors to something, making it look more cheerful and vibrant
Transitive: to brighten a space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brighten
γ΄ ενικό πρόσωπο
brightens
ενεστώτα μετοχή
brightening
απλός αόριστος
brightened
παθητική μετοχή
brightened
Παραδείγματα
She uses colorful flowers to brighten the room.
Χρησιμοποιεί πολύχρωμα λουλούδια για να φωτίσει το δωμάτιο.



























