Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to brighten
01
φωτίζω, ζωηρεύω
to add more attractive and lively colors to something, making it look more cheerful and vibrant
Transitive: to brighten a space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brighten
γ΄ ενικό πρόσωπο
brightens
ενεστώτα μετοχή
brightening
απλός αόριστος
brightened
παθητική μετοχή
brightened
Παραδείγματα
Tomorrow, they will brighten their garden with new plantings.
Αύριο, θα φωτίσουν τον κήπο τους με νέες φυτεύσεις.



























