brigade
bri
brɪ
bri
gade
ˈgeɪd
geid
clichedmislaidprepaidcascade

Ορισμός και σημασία του "brigade"στα αγγλικά

01

ταξιαρχία, μονάδα

a large group of trained soldiers that is smaller than a division 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brigades
Παραδείγματα
The brigade was deployed to the front lines for the operation. 

Η Ταξιαρχία αναπτύχθηκε στις πρώτες γραμμές για την επιχείρηση.

to brigade
01

σχηματίζω ταξιαρχία, οργανώνω μια ομάδα

a group, especially in the military, organized for a specific purpose 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brigade
γ΄ ενικό πρόσωπο
brigades
ενεστώτα μετοχή
brigading
απλός αόριστος
brigaded
παθητική μετοχή
brigaded
Παραδείγματα
The town's volunteer brigade assisted during the flood. 

Η ταξιαρχία εθελοντών της πόλης βοήθησε κατά τη διάρκεια της πλημμύρας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store