brigade
bri
brə
μπρα
gade
ˈgeɪd
γκειντ
/bɹɪɡˈe‍ɪd/

Ορισμός και σημασία του "brigade"στα αγγλικά

01

ταξιαρχία, μονάδα

a large group of trained soldiers that is smaller than a division
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brigades
Παραδείγματα
The brigade ’s success in the drills earned them high praise from their superiors.
Η επιτυχία της ταξιαρχίας στις ασκήσεις τους χάρισε υψηλό έπαινο από τους ανωτέρους τους.
to brigade
01

σχηματίζω ταξιαρχία, οργανώνω μια ομάδα

a group, especially in the military, organized for a specific purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brigade
γ΄ ενικό πρόσωπο
brigades
ενεστώτα μετοχή
brigading
απλός αόριστος
brigaded
παθητική μετοχή
brigaded
Παραδείγματα
The children formed a cleaning brigade for the park.
Τα παιδιά σχημάτισαν μια ομάδα καθαρισμού για το πάρκο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store