briefcase
brief
ˈbri:f
brif
case
keɪs
keis

Ορισμός και σημασία του "briefcase"στα αγγλικά

01

χαρτοφύλακας, βαλίτσα εγγράφων

a flat, leather or plastic case with a handle, used for carrying papers or documents 
briefcase definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
briefcases
Παραδείγματα
Her briefcase had a combination lock for added security. 

Η χαρτοφύλακάς του είχε έναν κωδικό κλειδαριάς για επιπλέον ασφάλεια.

Λεξικό Δέντρο

briefcase

brief

+

case

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store