Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Briefcase
01
χαρτοφύλακας, βαλίτσα εγγράφων
a flat, leather or plastic case with a handle, used for carrying papers or documents
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
briefcases
Παραδείγματα
The businessman rushed to catch the train, holding his briefcase tightly.
Ο επιχειρηματίας έσπευσε να προλάβει το τρένο, κρατώντας σφιχτά την χαρτοφύλακά του.
Λεξικό Δέντρο
briefcase
brief
case



























