Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bridgehead
01
γεφυροκέφαλο, γεφυροκεφαλή
an area in hostile territory captured and secured as a foothold for further troops and supplies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bridgeheads
Παραδείγματα
The army established a bridgehead on the far side of the river.
Ο στρατός εγκατέστησε μια γεφυροκέφαλη στην απέναντι πλευρά του ποταμού.
02
γεφυροκέφαλο, αμυντική θέση γέφυρας
a defensive position at the end of a bridge closest to the enemy
Παραδείγματα
The defenders held the bridgehead to prevent enemy forces from crossing.
Οι υπερασπιστές κράτησαν την γεφυροκέφαλη για να αποτρέψουν τις εχθρικές δυνάμεις από το να διασχίσουν.



























