Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brick
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bricks
Παραδείγματα
He learned how to lay bricks as part of his training in construction.
Έμαθε να τοποθετεί τούβλα ως μέρος της εκπαίδευσής του στην κατασκευή.
02
αξιόπιστο άτομο, στήριγμα
a dependable and trustworthy person, often helpful to others
Παραδείγματα
Everyone agreed he was a brick for supporting the new members.
Όλοι συμφώνησαν ότι ήταν στήριγμα για την υποστήριξη των νέων μελών.
to brick
01
τοιχοποιώ, καθιστώ αχρηστευμένο
to render a device completely unusable, often due to bad updates, mods, or failed hacks
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brick
γ΄ ενικό πρόσωπο
bricks
ενεστώτα μετοχή
bricking
απλός αόριστος
bricked
παθητική μετοχή
bricked
Παραδείγματα
Do n't follow that guide; you might brick your system.
Μην ακολουθήσετε αυτόν τον οδηγό· μπορεί να μπλοκάρετε το σύστημά σας.
brick
01
παγωμένος, σιβηρικός
(New York) extremely cold or freezing, usually describing the weather
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
brickest
συγκριτικός βαθμός
bricker
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She stepped outside and immediately regretted it; it was brick.
Βγήκε έξω και το μετάνιωσε αμέσως· ήταν brick.



























