brick
brick
brɪk
brik
brinkbrisk

Ορισμός και σημασία του "brick"στα αγγλικά

01

τούβλο, πλίνθος

a block of baked clay, mostly used to build houses, walls, etc. 
brick definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bricks
Παραδείγματα
The walls of the house were built with red bricks, giving it a classic look. 

Οι τοίχοι του σπιτιού ήταν χτισμένοι με κόκκινα τούβλα, δίνοντάς του μια κλασική εμφάνιση.

02

αξιόπιστο άτομο, στήριγμα

a dependable and trustworthy person, often helpful to others 
Παραδείγματα
He's a real brick, always ready to lend a hand. 

Είναι ένας πραγματικός τούβλος, πάντα έτοιμος να βοηθήσει.

to brick
01

τοιχοποιώ, καθιστώ αχρηστευμένο

to render a device completely unusable, often due to bad updates, mods, or failed hacks 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brick
γ΄ ενικό πρόσωπο
bricks
ενεστώτα μετοχή
bricking
απλός αόριστος
bricked
παθητική μετοχή
bricked
Παραδείγματα
I tried to jailbreak it and bricked my phone. 

Προσπάθησα να κάνω jailbreak και τούβλωσα το τηλέφωνό μου.

01

παγωμένος, σιβηρικός

(New York) extremely cold or freezing, usually describing the weather 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
brickest
συγκριτικός βαθμός
bricker
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
It's brick outside; make sure you wear a heavy coat. 

Έξω κάνει brick (πάρα πολύ κρύο) · φρόντισε να φορέσεις βαρύ παλτό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store