addicted
Pronunciation
/əˈdɪktɪd/

Ορισμός και σημασία του "addicted"στα αγγλικά

01

εθισμένος, εξαρτημένος

physically or mentally dependent on a substance, behavior, or activity
addicted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most addicted
συγκριτικός βαθμός
more addicted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The addicted smoker found it difficult to break the habit.
Ο εθισμένος καπνιστής βρήκε δύσκολο να σπάσει τη συνήθεια.

Λεξικό Δέντρο

unaddicted
addicted
addict
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store