Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Breeze
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
breezes
Παραδείγματα
He took a deep breath, enjoying the fresh mountain breeze.
Πήρε μια βαθιά ανάσα, απολαμβάνοντας το δροσερό βουνίσιο αεράκι.
02
παιχνιδάκι, εύκολο πράγμα
something that is easy to do or accomplish
Παραδείγματα
The exam was a breeze; I finished it in half the time.
Η εξέταση ήταν παιχνιδάκι; την τελείωσα στη μισή ώρα.
to breeze
01
φυσώ απαλά, χαϊδεύω (σαν αύρα)
blow gently and lightly
02
προχωρώ εύκολα, προχωρώ χωρίς δυσκολία
to proceed quickly and easily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
breeze
γ΄ ενικό πρόσωπο
breezes
ενεστώτα μετοχή
breezing
απλός αόριστος
breezed
παθητική μετοχή
breezed
Λεξικό Δέντρο
breezy
breeze



























