Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
breathless
01
ασθμαίνων, χωρίς ανάσα
unable to breathe easily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most breathless
συγκριτικός βαθμός
more breathless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The asthma attack left him feeling breathless and struggling for air.
Η κρίση άσθματος τον άφησε ασθμαίνοντα και να παλεύει για αέρα.
02
αναπνευστικός, χωρίς ανάσα
causing a person to stop or lose normal breathing from emotion, shock, or intensity
Παραδείγματα
The performance left the audience breathless.
Η παράσταση άφησε το κοινό αναπνοή.
03
άπνοος, άψυχος
showing no signs of breathing or life
Παραδείγματα
They found the victim lying breathless on the ground.
Βρήκαν το θύμα άπνοο ξαπλωμένο στο έδαφος.
Λεξικό Δέντρο
breathlessly
breathlessness
breathless
breath



























