bread
bread
brɛd
μπρεντ
/brɛd/

Ορισμός και σημασία του "bread"στα αγγλικά

01

ψωμί

a type of food made from flour, water and usually yeast mixed together and baked
bread definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
They bought a loaf of freshly baked bread from the bakery for dinner.
Αγόρασαν ένα φρεσκοψημένο ψωμί από το φούρνο για το βραδινό.
02

λεφτά, χρήματα

money, cash, or earnings
bread definition and meaning
Slang
Παραδείγματα
They 're always looking for ways to turn their skills into bread.
Πάντα ψάχνουν τρόπους να μετατρέψουν τις δεξιότητές τους σε ψωμί.
to bread
01

επικαλύπτω με ψίχουλα, καλύπτω με τριμμένη φρυγανιά

cover with bread crumbs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bread
γ΄ ενικό πρόσωπο
breads
ενεστώτα μετοχή
breading
απλός αόριστος
breaded
παθητική μετοχή
breaded
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store