Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bread
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
They bought a loaf of freshly baked bread from the bakery for dinner.
Αγόρασαν ένα φρεσκοψημένο ψωμί από το φούρνο για το βραδινό.
to bread
01
επικαλύπτω με ψίχουλα, καλύπτω με τριμμένη φρυγανιά
cover with bread crumbs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bread
γ΄ ενικό πρόσωπο
breads
ενεστώτα μετοχή
breading
απλός αόριστος
breaded
παθητική μετοχή
breaded



























