Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to breach
01
δημιουργώ ρήγμα, ανοίγω τρύπα
to create an hole or gap in something, allowing access or entry
Transitive: to breach an obstacle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
breach
γ΄ ενικό πρόσωπο
breaches
ενεστώτα μετοχή
breaching
απλός αόριστος
breached
παθητική μετοχή
breached
Παραδείγματα
The battering ram breached the castle wall, creating an entry point.
Ο κριός διέσπασε το τείχος του κάστρου, δημιουργώντας ένα σημείο εισόδου.
02
παραβιάζω, σπάω
to break an agreement, law, etc.
Transitive: to breach an agreement or law
Παραδείγματα
The company faced legal action for breaching the terms of the contract.
Η εταιρεία αντιμετώπισε νομική δράση για παράβαση των όρων της σύμβασης.
Breach
01
παράβαση, παραβίαση
an act that violates an agreement, law, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
breaches
Παραδείγματα
The company's unauthorized use of customer data was a clear breach of the confidentiality agreement.
Η μη εξουσιοδοτημένη χρήση των δεδομένων των πελατών από την εταιρεία ήταν μια σαφής παράβαση της συμφωνίας εμπιστευτικότητας.
02
ρήξη, ρωγμή
a rift or rupture in relationships or unity
Παραδείγματα
A breach developed between the two longtime friends.
Ανάπτυξε μια ρήξη μεταξύ των δύο παλιών φίλων.
03
ρήγμα, άνοιγμα
a physical gap in a barrier or structure
Παραδείγματα
Water poured through the breach in the dam.
Το νερό χύθηκε μέσα από το ρήγμα στο φράγμα.



























