brave
brave
breɪv
breiv
bragebrakebrevebrace

Ορισμός και σημασία του "brave"στα αγγλικά

01

γενναίος, θαρραλέος

having no fear when doing dangerous or painful things 
brave definition and meaning
επιδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bravest
συγκριτικός βαθμός
braver
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite the danger, he remained brave and rescued the injured hiker from the mountain. 

Παρά τον κίνδυνο, παρέμεινε γενναίος και έσωσε τον τραυματισμένο πεζοπόρο από το βουνό.

02

εντυπωσιακός, εξαιρετικός

impressive in quality or effect 
Παραδείγματα
He built a brave fire that warmed the entire cabin. 

Άναψε μια θαρραλέα φωτιά που ζέστανε ολόκληρη την καλύβα.

03

φανταχτερός, ζωηρός

brightly colored, striking, or showy in appearance 
Παραδείγματα
The parade featured floats in brave, vivid colors. 

Η παρέλαση περιελάμβανε άρματα με τολμηρά και ζωντανά χρώματα.

to brave
01

αντιμετωπίζω, τολμώ

to endure a difficult or dangerous situation with courage and determination 
Transitive: to brave a difficulty or danger
to brave definition and meaning
επιδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brave
γ΄ ενικό πρόσωπο
braves
ενεστώτα μετοχή
braving
απλός αόριστος
braved
παθητική μετοχή
braved
Παραδείγματα
She braved the storm to ensure everyone was safe in the shelter. 

Αυτή αντιμετώπισε την καταιγίδα για να διασφαλίσει ότι όλοι ήταν ασφαλείς στο καταφύγιο.

02

επιδεικνύω, καμαρώνω

to put on a conspicuous display, often to attract attention or impress others 
παρωχημένο
Παραδείγματα
She braved her new jewelry at the party to catch everyone's eye. 

Εκείνη παρουσίασε με τόλμη τα νέα της κοσμήματα στο πάρτι για να τραβήξει τα βλέμματα όλων.

01

θαρραλέος, γενναίος

a person who shows courage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
braves
Παραδείγματα
Only a brave would attempt the dangerous climb. 

Μόνο ένας γενναίος θα επιχειρούσε την επικίνδυνη αναρρίχηση.

02

πολεμιστής, γενναίος

a male member of certain North American Indigenous tribes, traditionally a warrior 
παρωχημένο
Παραδείγματα
The brave defended his tribe in times of conflict. 

Ο γενναίος υπερασπίστηκε τη φυλή του σε καιρούς σύγκρουσης.

Λεξικό Δέντρο

bravely
braveness
brave
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store