Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Noodlehead
01
βλάκας, χαζός
a foolish, silly, or absentminded person
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
noodleheads
Παραδείγματα
Stop being such a noodlehead and pay attention to where you're going!
Σταμάτα να είσαι τέτοιος βλάκας και πρόσεχε πού πηγαίνεις!
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
noodlehead
noodle
head



























