noodlehead
noo
ˈnu:
noo
dle
dəl
dēl
head
ˌhɛd
hed

Ορισμός και σημασία του "noodlehead"στα αγγλικά

01

βλάκας, χαζός

a foolish, silly, or absentminded person 
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
noodleheads
Παραδείγματα
Stop being such a noodlehead and pay attention to where you're going! 

Σταμάτα να είσαι τέτοιος βλάκας και πρόσεχε πού πηγαίνεις!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store