noodling
nood
ˈnu:d
nood
ling
lɪng
ling

Ορισμός και σημασία του "noodling"στα αγγλικά

01

το ψάρεμα με γυμνά χέρια, το ψάρεμα γατόψαρου με γυμνά χέρια

the practice of catching fish, typically catfish, using bare hands in sport fishing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Noodling requires reaching into underwater holes to catch fish. 

Το noodling απαιτεί να φτάνεις σε υποθαλάσσιες τρύπες για να πιάσεις ψάρια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store