noon
noon
nun
νουν
boonloonrunecoon

Ορισμός και σημασία του "noon"στα αγγλικά

01

μεσημέρι, ώρα μεσημεριανή

the time of day when the sun is at its highest point in the sky, typically around 12 o'clock 
noon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
We agreed to meet for lunch at noon at the downtown café. 

Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε για μεσημεριανό γεύμα στο μεσημέρι στο καφέ του κέντρου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store