Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lazybones
01
τεμπέλης, οκνός
used to describe someone who is habitually lazy or unwilling to work or exert effort
αποδοκιμαστικό
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lazybones
συγκριτικός βαθμός
more lazybones
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Stop being such a lazybones and help me clean the house!
Σταμάτα να είσαι τεμπέλης και βοήθησέ με να καθαρίσω το σπίτι!



























