leach
leach
liʧ
λιτσ
/lˈiːt‍ʃ/

Ορισμός και σημασία του "leach"στα αγγλικά

01

διήθημα, περικολώδες

the process by which liquid passes through a material, dissolving and carrying away soluble components
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
leaches
Παραδείγματα
Researchers study nutrient leach to develop more sustainable farming methods.
Οι ερευνητές μελετούν την έκπλυση των θρεπτικών συστατικών για να αναπτύξουν πιο βιώσιμες μεθόδους γεωργίας.
to leach
01

εκπλύνω, εξάγω

to extract or wash out soluble substances from a material by passing a liquid through it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
leach
γ΄ ενικό πρόσωπο
leaches
ενεστώτα μετοχή
leaching
απλός αόριστος
leached
παθητική μετοχή
leached
Παραδείγματα
Vinegar can leach mineral deposits from old kettles when boiled inside them.
Το ξίδι μπορεί να εκπλυθεί τα ορυκτά αποθέματα από παλιά βραστήρες όταν βράζει μέσα τους.
02

Διηθώ, Στάζω

to gradually penetrate, often carrying dissolved substances
Παραδείγματα
Groundwater can leach pesticides as it moves through farmland.
Τα υπόγεια ύδατα μπορούν να πλύνουν τα φυτοφάρμακα καθώς κινούνται μέσα από γεωργικές εκτάσεις.
03

εκπλύνω, φιλτράρω

to cause a liquid to percolate through a substance, dissolving or carrying components
Παραδείγματα
Brewers leach hops in hot water to extract bitterness and aroma.
Οι ζυθοποιοί εκπλένουν το λυκίσκο σε ζεστό νερό για να εξαγάγουν πικράδα και άρωμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store