Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mac
01
καταβροχθίζω, τρώω γρήγορα
to eat voraciously or quickly, often with enthusiasm
humorous
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mac
γ΄ ενικό πρόσωπο
macs
ενεστώτα μετοχή
macking
απλός αόριστος
mac'd
παθητική μετοχή
mac'd
Παραδείγματα
We mac'd on those burgers before heading back to the beach.
Καταβροχθίσαμε αυτά τα μπέργκερ πριν επιστρέψουμε στην παραλία.
Λεξικό Δέντρο
macer
mac



























