Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mac
01
καταβροχθίζω, τρώω γρήγορα
to eat voraciously or quickly, often with enthusiasm
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mac
γ΄ ενικό πρόσωπο
macs
ενεστώτα μετοχή
macking
απλός αόριστος
mac'd
παθητική μετοχή
mac'd
Παραδείγματα
He mac'd down the entire pizza in just a few minutes.
Κατάπιε ολόκληρη την πίτσα σε λίγα λεπτά.
Λεξικό Δέντρο
macer
mac



























