Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to macadamize
01
μακαδαμίζω, επικαλύπτω με μακάδαμ
surface with macadam
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
macadamize
γ΄ ενικό πρόσωπο
macadamizes
ενεστώτα μετοχή
macadamizing
απλός αόριστος
macadamized
παθητική μετοχή
macadamized
Λεξικό Δέντρο
macadamize
macadam



























