Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Goob
01
ανόητος, βλάκας
someone who behaves in a silly or foolish way
Informal
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
goobs
Παραδείγματα
Stop being a goob and help me out with this project.
Σταμάτα να είσαι goob και βοήθησέ με με αυτό το έργο.



























