Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trashed
01
ξεκομμένος, εξουθενωμένος
extremely tired or exhausted, often due to physical exertion or overwork
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most trashed
συγκριτικός βαθμός
more trashed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was trashed after running the marathon, barely able to keep his eyes open.
Ήταν εξαντλημένος μετά το μαραθώνιο, με δυσκολία κρατούσε τα μάτια του ανοιχτά.
Λεξικό Δέντρο
trashed
trash



























