brewsky
brew
bru:
broo
sky
skaɪ
skai

Ορισμός και σημασία του "brewsky"στα αγγλικά

01

μπύρα, αλκοολούχο ποτό

a casual or slang term for beer 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
brewskies
Παραδείγματα
Let’s grab a couple of brewskies and relax this evening. 

Ας πάρουμε μερικές μπύρες και να χαλαρώσουμε απόψε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store