tweaked
tweaked
twikt
tvikt
shriekedpeakedstreaked

Ορισμός και σημασία του "tweaked"στα αγγλικά

01

ακατάστατος, άνευ τάξεως

used to describe something that is in disarray, disorder, or slightly off-balance 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tweaked
συγκριτικός βαθμός
more tweaked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
My room is completely tweaked after the party. 

Το δωμάτιό μου είναι εντελώς ακατάστατο μετά το πάρτι.

02

εντελώς μαστουρωμένος, εντελώς φτιαγμένος

overly hyperactive, anxious, or paranoid, often due to methamphetamine use 
αργκό
Παραδείγματα
He was completely tweaked after a few hits of meth. 

Ήταν εντελώς υπερδιεγερμένος μετά από μερικές δόσεις μεθαμφεταμίνης.

Λεξικό Δέντρο

tweaked
tweak
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store