Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reskill
01
επανακατάρτιση, απόκτηση νέων δεξιοτήτων
to learn new skills or train for a different job, often due to changes in the job market or technology
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reskill
γ΄ ενικό πρόσωπο
reskills
ενεστώτα μετοχή
reskilling
απλός αόριστος
reskilled
παθητική μετοχή
reskilled
Παραδείγματα
She took a year off to reskill and prepare for a new career path.
Πήρε ένα χρόνο άδεια για να επανακαταρτίσει και να προετοιμαστεί για μια νέα καριέρα.



























