Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to defriend
01
διαγραφή από φίλους, αφαίρεση από φίλους
to end or remove a personal or social connection with someone online
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
defriend
γ΄ ενικό πρόσωπο
defriends
ενεστώτα μετοχή
defriending
απλός αόριστος
defriended
παθητική μετοχή
defriended
Παραδείγματα
She decided to defriend him after their falling out.
Αποφάσισε να τον αφαιρέσει από τους φίλους μετά τη διαμάχη τους.



























