Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to warm down
01
ψύχομαι, χαλαρώνω
to do light exercises after intense activity to help the body relax
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
warm
ενεστώτας
warm down
γ΄ ενικό πρόσωπο
warms down
ενεστώτα μετοχή
warming down
απλός αόριστος
warmed down
παθητική μετοχή
warmed down
Παραδείγματα
After the run, she warmed down by walking for a few minutes.
Μετά το τρέξιμο, κρύωσε περπατώντας για λίγα λεπτά.



























