Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Datebook
01
ημερολόγιο, προγραμματιστής
a small, portable notebook used as an organizer to keep track of dates, appointments, and events
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
datebooks
Παραδείγματα
I forgot to check my datebook, so I missed the event.
Ξέχασα να ελέγξω το ημερολόγιο μου, οπότε έχασα την εκδήλωση.
Λεξικό Δέντρο
datebook
date
book



























