Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Repairing
01
επισκευή, επισκευή
the process of fixing something that is broken or not working properly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
repairings
Παραδείγματα
The repairing of the car took several hours.
Η επισκευή του αυτοκινήτου διήρκεσε αρκετές ώρες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
repairing
repair



























