reparable
re
ρι
pa
ˈpɑ:
πα
ra
ρα
ble
bəl
μπαλ
/ɹɪpˈɑːɹəbəl/

Ορισμός και σημασία του "reparable"στα αγγλικά

01

επισκευάσιμος, ανακτήσιμος

able to be changed, recovered, or made better
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reparable
συγκριτικός βαθμός
more reparable
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

irreparable
reparable
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store