Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reparable
01
επισκευάσιμος, ανακτήσιμος
able to be changed, recovered, or made better
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reparable
συγκριτικός βαθμός
more reparable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
state, objects, possibility
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
irreparable
reparable



























