repairing
re
ri
ρι
pai
ˈpɛ
πε
ring
rɪng
ρινγκ
/ɹɪpˈe‌əɹɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "repairing"στα αγγλικά

01

επισκευή, επισκευή

the process of fixing something that is broken or not working properly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The door needs repairing since it is sticking.
Η πόρτα χρειάζεται επισκευή καθώς κολλάει.

Λεξικό Δέντρο

repairing
repair
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store