repairing
re
ri
pai
ˈpɛə
peē
ring
rɪng
ring
retiring

Ορισμός και σημασία του "repairing"στα αγγλικά

01

επισκευή, επισκευή

the process of fixing something that is broken or not working properly 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
repairings
Παραδείγματα
The repairing of the car took several hours. 

Η επισκευή του αυτοκινήτου διήρκεσε αρκετές ώρες.

Λεξικό Δέντρο

repairing
repair
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store