Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Repairing
01
επισκευή, επισκευή
the process of fixing something that is broken or not working properly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The door needs repairing since it is sticking.
Η πόρτα χρειάζεται επισκευή καθώς κολλάει.
Λεξικό Δέντρο
repairing
repair



























