Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reopen
01
ξανανοίγω, επανεκκινώ
to open again after being closed or shut down
Intransitive
Transitive: to reopen sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reopen
γ΄ ενικό πρόσωπο
reopens
ενεστώτα μετοχή
reopening
απλός αόριστος
reopened
παθητική μετοχή
reopened
Παραδείγματα
Due to popular demand, the museum is reopening its exhibit next month.
Λόγω της δημοφιλούς ζήτησης, το μουσείο ξανανοίγει την έκθεσή του τον επόμενο μήνα.
Λεξικό Δέντρο
reopen
open



























