opera singer
o
ˈɒ
o
pe
ra
sin
sɪn
sin
ger

Ορισμός και σημασία του "opera singer"στα αγγλικά

01

τραγουδιστής όπερας, πρωταγωνίστρια όπερας

a person who sings in operas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
opera singers
αρσενικό ενικό
opera singer
θηλυκό ενικό
opera singer
neutral form
opera vocalist
Παραδείγματα
The opera singer wowed the audience with her powerful performance. 

Η τραγουδίστρια της όπερας εντυπωσίασε το κοινό με την ισχυρή της παράσταση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store