Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chippy
01
ευερέθιστος, ευαίσθητος
easily annoyed, often over small things
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
chippiest
συγκριτικός βαθμός
chippier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
mood, behavior, personality
Παραδείγματα
She seemed a bit chippy today after a long week at work.
Φαινόταν λίγο ευερέθιστη σήμερα μετά από μια μακρά εβδομάδα δουλειάς.
02
επιθετικός, πολεμοχαρής
inclined toward aggressiveness
Παραδείγματα
The chippy tactics of the opposing team made the game more intense and contentious.
Οι επιθετικές τακτικές της αντίπαλης ομάδας έκαναν το παιχνίδι πιο έντονο και επικίνδυνο.
Chippie
01
ψαράδικο, κατάστημα με fish and chips
a store that sells fish and chips
Dialect
British
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chippies
Παραδείγματα
We stopped by the local chippie for some takeout.
Σταματήσαμε στο τοπικό ψαροταβέρνα για να πάρουμε κάτι το πακέτο.
02
ξυλουργός, μαραγκός
someone who works with wood to build or repair things
Dialect
British
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The chippie is working on renovating the old kitchen cabinets.
Ο ξυλουργός εργάζεται για την ανακαίνιση των παλιών κουζινικών ντουλαπιών.
03
πόρνη, κυρία της νύχτας
someone who exchanges sexual services for money
προσβλητικό
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
I saw him with a chippie last night at the bar.
Τον είδα με μια πόρνη χθες το βράδυ στο μπαρ.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
chippy
chip



























