chippy
chi
ˈʧɪ
chi
ppy
pi
pi
choppychirpy

Ορισμός και σημασία του "chippy"στα αγγλικά

01

ευερέθιστος, ευαίσθητος

easily annoyed, often over small things 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
chippiest
συγκριτικός βαθμός
chippier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
mood, behavior, personality
Παραδείγματα
She seemed a bit chippy today after a long week at work. 

Φαινόταν λίγο ευερέθιστη σήμερα μετά από μια μακρά εβδομάδα δουλειάς.

02

επιθετικός, πολεμοχαρής

inclined toward aggressiveness 
Παραδείγματα
The chippy tactics of the opposing team made the game more intense and contentious. 

Οι επιθετικές τακτικές της αντίπαλης ομάδας έκαναν το παιχνίδι πιο έντονο και επικίνδυνο.

chippie
chip
ʧɪp
chip
pie
paɪ
pai
hippietrippywhippyslippy
chippy
01

ψαράδικο, κατάστημα με fish and chips

a store that sells fish and chips 
Dialectbritish flagBritish
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chippies
Παραδείγματα
We stopped by the local chippie for some takeout. 

Σταματήσαμε στο τοπικό ψαροταβέρνα για να πάρουμε κάτι το πακέτο.

02

ξυλουργός, μαραγκός

someone who works with wood to build or repair things 
Dialectbritish flagBritish
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The chippie is working on renovating the old kitchen cabinets. 

Ο ξυλουργός εργάζεται για την ανακαίνιση των παλιών κουζινικών ντουλαπιών.

03

πόρνη, κυρία της νύχτας

someone who exchanges sexual services for money 
προσβλητικό
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
I saw him with a chippie last night at the bar. 

Τον είδα με μια πόρνη χθες το βράδυ στο μπαρ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

chippy
chip
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store