Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impact on
[phrase form: impact]
01
επηρεάζω, έχω αντίκτυπο σε
to have a significant effect on something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
impact
ενεστώτας
impact on
γ΄ ενικό πρόσωπο
impacts on
ενεστώτα μετοχή
impacting on
απλός αόριστος
impacted on
παθητική μετοχή
impacted on
Παραδείγματα
The decision will impact upon the lives of many people.
Η απόφαση θα επηρεάσει τις ζωές πολλών ανθρώπων.



























