to impact on
im
ˈɪm
im
pact
pækt
pākt
on
ɒn
on
impaction
impact upon

Ορισμός και σημασία του "impact on"στα αγγλικά

to impact on
01

επηρεάζω, έχω αντίκτυπο σε

to have a significant effect on something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
impact
ενεστώτας
impact on
γ΄ ενικό πρόσωπο
impacts on
ενεστώτα μετοχή
impacting on
απλός αόριστος
impacted on
παθητική μετοχή
impacted on
Παραδείγματα
The new regulations will impact upon the entire industry. 

Οι νέοι κανονισμοί θα επηρεάσουν ολόκληρη τη βιομηχανία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store