Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impact on
01
επηρεάζω, έχω αντίκτυπο σε
to have a significant effect on something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
impact
ενεστώτας
impact on
γ΄ ενικό πρόσωπο
impacts on
ενεστώτα μετοχή
impacting on
απλός αόριστος
impacted on
παθητική μετοχή
impacted on
Παραδείγματα
The new regulations will impact upon the entire industry.
Οι νέοι κανονισμοί θα επηρεάσουν ολόκληρη τη βιομηχανία.



























