pinch point
pinch
pɪnʧ
pinch
point
pɔɪnt
poynt

Ορισμός και σημασία του "pinch point"στα αγγλικά

01

στενό σημείο, λαιμός μπουκαλιού

a place where something becomes narrow, often causing a restriction or bottleneck 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pinch points
Παραδείγματα
Traffic often builds up at pinch points like bridges and tunnels during rush hour. 

Η κυκλοφορία συχνά συσσωρεύεται σε σημεία συμφόρησης όπως γέφυρες και σήραγγες κατά τις ώρες αιχμής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store