Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dual controls
01
διπλός έλεγχος, διπλά χειριστήρια
the pedals and instruments in a car that allow both the driver and instructor to operate them simultaneously for learning purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dual controls
Παραδείγματα
The effectiveness of dual controls lies in their ability to provide real-time feedback and immediate corrective actions when needed.
Η αποτελεσματικότητα των διπλών ελέγχων έγκειται στην ικανότητά τους να παρέχουν ανατροφοδότηση σε πραγματικό χρόνο και άμεσες διορθωτικές ενέργειες όταν χρειάζεται.



























