Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
BASE jumping
01
BASE jumping, αλεξιπτωτισμός από σταθερή κατασκευή
the sport of parachuting from a fixed structure or cliff
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
BASE jumping requires courage and precise technique.
Το BASE jumping απαιτεί θάρρος και ακριβή τεχνική.



























