Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to brake
01
φρενάρω, σταματώ
to slow down or stop a moving car, etc. by using the brakes
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brake
γ΄ ενικό πρόσωπο
brakes
ενεστώτα μετοχή
braking
απλός αόριστος
braked
παθητική μετοχή
braked
Παραδείγματα
The cyclist had to quickly brake to avoid colliding with the pedestrian crossing the street.
Ο ποδηλάτης έπρεπε να φρενάρει γρήγορα για να αποφύγει τη σύγκρουση με τον πεζό που διέσχιζε το δρόμο.
02
φρενάρω, σταματώ
to bring a vehicle or object to a slower speed or a complete stop by applying a brake
Transitive: to brake a moving vehicle
Παραδείγματα
The driver skillfully braked the car as they approached the sharp curve in the mountain road.
Ο οδηγός φρέναρε επιδέξια το αυτοκίνητο καθώς πλησίαζαν την απότομη στροφή στο ορεινό δρόμο.
Brake
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brakes
Παραδείγματα
The driver pressed the brake to avoid hitting the car ahead.
Ο οδηγός πάτησε το φρένο για να αποφύγει να χτυπήσει το αυτοκίνητο μπροστά.
02
φρένο, εμπόδιο
anything that slows, restrains, or impedes a process or action
Παραδείγματα
Government regulations act as a brake on innovation.
Οι κυβερνητικοί κανονισμοί λειτουργούν ως φρένο στην καινοτομία.
03
θάμνος, χαμόκλαδο
a dense area of vegetation, usually dominated by one plant type
Παραδείγματα
Deer hide in a thick brake near the river.
Το ελάφι κρύβεται σε ένα πυκνό θάμνο κοντά στο ποτάμι.
04
φτέρη, ψηλή φτέρη
a tall, coarse fern, often several feet high, sometimes considered a weed fern
Παραδείγματα
The garden was overrun with brakes after a rainy season.
Ο κήπος είχε κατακλυστεί από φτέρες μετά από μια βροχερή περίοδο.
05
φτέρη του γένους Pteris, φτέρη εσωτερικού χώρου
any fern of the genus Pteris, often pinnately compound and popular as a houseplant
Παραδείγματα
She bought a brake for her living room.
Αγόρασε ένα φτέρη για το σαλόνι της.



























